«Χορεύοντας με τις λέξεις», Λίλλυ Σπαντιδάκη

spantidaki

Η ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ στη Δέδε Ελισσάβετ

Τέλη του 2013 κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Λιβάνη ένα βιβλίο πρωτότυπο κι άκρως ανατρεπτικό, το «Χωρίς Σκηνή«, που έκανε τη διαφορά. Η Λίλλυ Σπαντιδάκη, αυθεντική, προσηνής και πολλά υποσχόμενη, μας συστήνει την ξεχωριστή ηρωίδα της και το θαυμαστό κόσμο του χορού!

Οι Εκδόσεις Λιβάνης, με την ευκαιρία τής συνέντευξης, προσφέρουν αντίτυπα τού βιβλίου για τους φίλους τού Bookia.

Ε: Καλησπέρα, κυρία Σπαντιδάκη. Να σας καλωσορίσω στα λογοτεχνικά πράγματα, καθώς αν δεν κάνω λάθος, πρόκειται για το πρώτο σας βιβλίο. Θα ήθελα να μας μιλήσετε με λίγα λόγια γι αυτό, να μας δώσετε εν συντομία το στίγμα του βιβλίου σας.

Α: Θα πω τη φράση που συνηθίζω να λέω όταν μου ζητούν να περιγράψω το βιβλίο μου, που είναι όντως το πρώτο. Είναι «Τι Θυσία Θα Έκανες Εσύ για την Τέχνη σου;». Νομίζω πως αυτή η πρόταση συνοψίζει γενικότερα ένα πλαίσιο στο οποίο αναφέρεται το βιβλίο αυτό σε σχέση με την μπαλαρίνα που πρωταγωνιστεί τη δεκαετία του ’30 και τις θυσίες που έχει κάνει για να φτάσει μέχρι εκεί που έχει φτάσει.

Ε: Σας βλέπουμε, λοιπόν, σε αυτό το συγγραφικό σας ντεμπούτο να μην ακολουθείτε μια κοινότοπη συνταγή, αλλά να επιλέγετε ένα θέμα γοητευτικό όσο και ιδιαίτερο χώρο του Μπαλέτου. Τι στάθηκε έναυσμα γι αυτήν σας την έμπνευση;

Α: Tα…22 χρόνια που έκανα μπαλέτο!

Ε: Δηλαδή το βιβλίο αποτυπώνει μια αγάπη, ένα απωθημένο και μια αίσθηση νοσταλγίας;

Α: Αγάπη ναι, νοσταλγία σίγουρα, δεν το συζητώ, γιατί όταν μπαίνεις σε αυτόν το χώρο από μωρό επί της ουσίας, αισθάνεσαι ότι ανήκεις σε αυτόν. Τώρα για απωθημένο, όχι πια! Νομίζω ότι αυτό το βιβλίο με εξιλέωσε!

Ε: Με τη διπλή ιδιότητα λοιπόν της συγγραφέως ενός βιβλίου με άξονα το μπαλέτο, αλλά και αυτήν της χορεύτριας θα σας ρωτήσω. Τι σημαίνει το μπαλέτο για την ηρωίδα σας καi για εσάς την ίδια;

Α: Για την ηρωίδα μου σημαίνει …ζωή! Για μένα σημαίνει… μια παλιά αγάπη!

Ε: Παρατηρώ ότι σε έργα που σχετίζονται με το μπαλέτο, όπως και το βιβλίο σας, η κορύφωση του δράματος συνδυάζεται συνήθως με κάποια σκηνή από τη «ΛΙΜΝΗ ΤΩΝ ΚΥΚΝΩΝ», που θεωρείται η κορωνίδα και το όνειρο κάθε χορευτή. Ποια στοιχεία καθιστούν το έργο αυτό τόσο ξεχωριστό ανάμεσα σε τόσα άλλα άμετρης επίσης ομορφιάς;

Α: Λοιπόν θα ξεκινήσω από τα καθαρά τεχνικά στοιχεία: H ΛIMNH ΤΩΝ ΚΥΚΝΩΝ θεωρείται το πιο δύσκολο έργο που μπορεί να χορέψει ποτέ οποιαδήποτε χορεύτρια… Και δεν ισχύει μόνο για την πρίμα μπαλαρίνα, γιατί όλοι οι χορευτές σε αυτό έχουν πάρα πολύ δύσκολα κομμάτια με υψηλές τεχνικές απαιτήσεις. Πρέπει να έχουν αναπτύξει την τεχνική τους στο έπακρο. Από κει και πέρα είναι ο «μύθος» τον οποίο περιγράφει η «Λίμνη των Κύκνων», ο οποίος μπορεί να «μεταφραστεί» με οποιοδήποτε πιθανό τρόπο επιλέξει ο θεατής ή ο αναγνώστης (ανάλογα με το πού θα το συναντήσει). Τέλος είναι κι η μουσική του Τσαϊκόφσκι, που… τι να πω τώρα γι’αυτήν, είναι μαγευτική…

Ε: Επιστρέφοντας στο βιβλίο, παρατηρεί κανείς έναν παραλληλισμό της μοναχικής ηρωίδας προς το Φάντασμα της Όπερας, του Γκαστόν Λερού. Θα θέλατε να μας μιλήσετε για τα κοινά σημεία τους,τo που τέμνονται οι ζωές τους και το ψυχολογικό τους υπόβαθρο;

Α: Δύσκολη ερώτηση. Θα ξεκινήσω περιγραφικά. Δεν είχα καθόλου στο μυαλό μου το Φάντασμα της Όπερας, όταν ξεκίνησα να γράφω το βιβλίο. Το έχω διαβάσει, το έχω ακούσει, το έχω δει ζωντανά, το ΄χω δει σε ταινίες… κι όμως δε μου πήγε καν το μυαλό. Όταν τελείωνα κι έγραφα μια σκηνή όπου η Ζιλιέτ επιστρέφει στα μπουντρούμια της όπερας, εκεί συνειδητοποίησα ότι κάπου μέσα μου υπέβοσκε όλη αυτή η ιστορία και με είχε επηρεάσει χωρίς να το έχω καν καταλάβει.

Δεν θεωρούσα ότι υπήρχε κάποια κοινή γραμμή ανάμεσα στον Έρικ και τη Ζιλιέτ.

Διορθώνοντας όμως το κείμενο ξανά και ξανά, άρχισα να βλέπω πιο ξεκάθαρα μέσα στην ιστορία μου και το Φάντασμα να «κινείται πίσω στα Παρασκήνια». Έτσι αποφάσισα ότι αυτό το «Φάντασμα» της Ζιλιέτ θα ήθελα να δικαιωθεί.

Ε: Μήπως ήταν η πρώιμη αυτογνωσία τους που συνιστά και την τραγικότητα τους τελικά;

Α: Σίγουρα. Ο Έρικ και η Ζιλιέτ από νωρίς συναισθάνθηκαν τη διαφορετικότητά τους. Έπρεπε όμως να αγωνιστούν σκληρά για να την «επιβάλλουν». Σε αυτό μοιάζουν!

Ε: Τελικά τι πονάει περισσότερο τέτοιους ταγούς του Απόλυτου σαν τον Έρικ ή τη Ζιλιέτ; Το πάθος για την Τέχνη τους ή η ερωτική απώλεια;

Α: Η ερωτική απώλεια. Πάντα εκεί καταλήγει… Νομίζω ότι η Τέχνη, κι αυτό είναι δική μου, προσωπική άποψη, δε θέλω να το γενικεύσω, η Τέχνη, λοιπόν όσο και να την αγαπάς, αν δεν έχεις κι έναν άνθρωπο δίπλα σου να σε ισορροπήσει ή θα σε τρελάνει ή θα σε αφήσει άδειο.

Ε: Μήπως κι η Τέχνη στο βάθος είναι ένα «αίτημα αγάπης» τελικά;

Α: Είναι! Γι’ αυτό ή θα σε τρελάνει ή θα σε αφήσει άδειο! Το θέμα είναι ότι η Τέχνη δε θα επικοινωνήσει ποτέ πίσω σε σένα, π.χ. δε θα σε… περιμένει μετά τη δουλειά να σε ρωτήσει αν είσαι καλά, δε θα σου… φτιάξει έναν καφέ, δε θα σου βάλει πρωινό κι όλα αυτά που σου θυμίζουν πως είσαι άνθρωπος… Θα σε αδειάσει αν μείνεις μόνο σε αυτήν! Με τον έναν τρόπο ή τον άλλον.

Ε: Αλήθεια, πώς μπορεί η πένα μιας νεαρής συγγραφέως όπως εσείς να… “τιθασεύσει” και να αποκωδικοποιήσει ένα πλάσμα αδάμαστο, όπως η Ζιλιέτ ;

Α: Αυτό ήταν το πιο δύσκολο κομμάτι απ’όλα! Το πιο δύσκολο πραγματικά, γιατί εξαιτίας της ιδιαιτερότητας της Ζιλιέτ, την οποία δεν μπορούμε να αποκαλύψουμε αυτή τη στιγμή, την πρώτη φορά που έγραψα αυτό το μυθιστόρημα, γιατί το αναθεώρησα και το διόρθωσα αρκετές φορές, ήταν ένας άδειος, κενός χαρακτήρας. Ήταν χάρτινη, δεν είχε κανένα υπόβαθρο από το φόβο μου μην αποκαλύψω το ο,τιδήποτε ή μη δώσω στον αναγνώστη να καταλάβει και του χαλάσω την ιστορία. Από ‘κει και πέρα άρχισα «να μπαίνω στα παπούτσια της», κι αυτό έγινε για τέσσερα χρόνια! Το διόρθωνα δηλαδή επί τέσσερα χρόνια έχοντας στο μυαλό μου τη σκέψη, «Αν ήσουν αυτός ο άνθρωπος τι θα έκανες; Αν ήσουν αυτός ο χαρακτήρας πώς θα αντιδρούσες ;». Αφού «μάθαινα» πώς θα αντιδρούσα εγώ, μάθαινα και πώς θα αντιδρούσε η Ζιλιέτ.

Ε: Ήταν ψυχοφθόρο αυτό για σας, δεδομένης και της έντασης που φέρει η συγκεκριμένη ηρωίδα;

Α: Πάρα πολύ, γιατί ήθελα να την κάνω να ξεσπάσει, ήθελα να τη δικαιώσω, να της δώσω, αλλά η Ζιλιέτ… δεν είναι Εγώ!

Ε: Έχει προσωπικά σας κομμάτια η Ζιλιέτ; 

Α: Τίποτα. Ίσως λίγο την… αθυροστομία. (Γελάει) 

Ε: Kάτι άλλο που συναντάει ένας διορατικός αναγνώστης στο βιβλίο σας, είναι ένας έντονος προβληματισμός σχετικά με τις ταξικές ανισότητες και την κοινωνική αδικία, που αποτυπώθηκαν ακόμη και σε ένα χώρο όπως ένα φυτώριο ταλέντων του χορού… Πρόκειται για στοιχείο που απλώς δίνει έμφαση στο δυναμισμό της Ζιλιέτ ή απορρέει από μια προσωπική σας αφύπνιση;

Α: Και τα δύο. Νομίζω ξεκινάει από την προσωπική αφύπνιση και καταλήγει στο ότι είναι ένας τρόπος να δώσει στη Ζιλιέτ το έναυσμα για να πάει ένα βήμα παραπάνω από αυτό που ξεκίνησε. Δηλαδή ένας άνθρωπος , και μιλάω για τη Ζιλιέτ, τόσο «καλλιεργημένος», τόσο ψαγμένος, τόσο πονεμένος δε θα μπορούσε να γυρίσει το βλέμμα, σε οποιαδήποτε αδικία, όχι μόνο στην κοινωνική ή την ταξική.

Πόσω μάλλον όταν πρόκειται για το ’30 με όλα αυτά που συνέβαιναν, με τους Έγχρωμους, με το Κραχ…

Ε: Θεωρείται ότι ο πρώιμος πόνος, σαν αυτόν που πέρασε η Ζιλιέτ επιφέρει ένα μεγαλύτερο βαθμό ενσυναίσθησης στον άνθρωπο;

Α: Οπωσδήποτε κι αυτό φαίνεται από την πορεία της Ζιλιέτ. 

Ε: Η ιστορία διαδραματίζεται στο Παρίσι του Μεσοπόλεμου που προσπαθεί να απορροφήσει τους κραδασμούς του Παγκόσμιου Κραχ. Εντοπίζετε ομοιότητες σε εκείνη την κρίση του ’29 με τη σημερινή συγκυρία;

Α: Δε νομίζω. Ήταν εντελώς διαφορετικοί οι άνθρωποι, η κοινωνία, οι αρχές και οι αξίες σε σχέση με αυτό που συμβαίνει σήμερα, την πολιτική του σήμερα, τα γεγονότα του σήμερα. Ήταν αλλού είδους κρίση εκείνη. Εδώ είναι κυρίως και πάνω από όλα «κρίση εαυτού» και μετά οικονομική.

Ε: Παρατηρώ ένα ενημερωμένο ιστορικό πλαίσιο. Πόση έρευνα κρύβει αυτό άραγε από πίσω;

Α: (Γελάει)… Ατελείωτη!

Ε: Ανατρέξατε δηλαδή και σε ξενόγλωσση βιβλιογραφία;

Α: Σε «ξενόγλωσση», μόνο στα Αγγλικά, γιατί δεν μπορώ να διαβάσω Γαλλικά. Αλλά είχα φτάσει στο σημείο, επειδή υπάρχουν κάποιες ιδιαίτερες σκηνές με… ιδιαιτέρου τύπου γυναίκες, όπου έμαθα ότι υπήρχε εξειδικευμένο βιβλίο το οποίο βρήκα και διάβασα για να καταλάβω πώς ήταν το στιλ. Ενώ είχα μια γενική ιδέα δεν ήθελα να αφήσω τίποτα ατεκμηρίωτο. Ήθελα να έχω συγκεκριμένα στοιχεία, και ναι! η έρευνα είναι ασύλληπτη, όχι μόνο για μένα.

Γενικά αν θες να γράψεις ένα μυθιστόρημα εποχής πρέπει να διαβάσεις πολύ και να… «ζήσεις» την εποχή με πάρα πολύ διάβασμα και μετά επιλέγεις τι θα κρατήσεις, πώς θα το «φωτογραφίσεις μέσα στο έργο σου…

Ε: Πόσο χρόνο απαίτησε η ολοκλήρωση αυτού του συγγραφικού «ταξιδιού», μέχρι να πείτε ότι αυτό το έργο είναι έτοιμο να το μοιραστώ με το κοινό;

Α: Από το 2008 μέχρι το 2013.

Ε: Περιγράψτε μου πώς νιώσατε όταν είδατε το έργο σας έτοιμο βιβλίο.

Α: Δεν το πίστευα. Θυμάμαι ότι ήμουν στον εκδότη γιατί ήταν η μέρα που έβγαινε το βιβλίο. Ήμουν στα γραφεία, χαιρετούσα τον κόσμο και με οδήγησαν στο βιβλιοπωλείο.

Με το που άνοιξε το ασανσέρ που έβγαζε στην πίσω πόρτα του βιβλιοπωλείου είδα τον πάγκο ολόκληρο με αντίτυπα του βιβλίου μου, το άγγιξα και δεν το πίστευα ότι αυτό που τόσον καιρό είχα στο συρτάρι μου ήταν… ΕΚΕΙ, δημοσίως! Και μετά με έπιασε πανικός! Και είπα “τώρα δηλαδή θα το… διαβάσουν και οι άλλοι;” (Γελάει)

Ε: Έχετε κάποιο τελετουργικό το οποίο ακολουθείτε την εποχή που γράφετε; Για παράδειγμα προτιμάτε συγκεκριμένες ώρες της μέρας, συγκεκριμένο χώρο-απομόνωση;

Α: Σίγουρα δε θέλω κόσμο κι αν υπάρχει κόσμος στο σπίτι μπαίνουν ακουστικά στα αυτιά. Σίγουρα υπάρχει μουσική υπόκρουση, η οποία από ένα σημείο γίνεται «φασαρία» στα αυτιά μου, οπότε σταματάει. Όταν μπω πολύ βαθιά στην ιστορία αυτό που ακούω με ενοχλεί γιατί παίζει η ιστορία σαν ταινία στο κεφάλι μου, οπότε αποκλείω τον εξωτερικό παράγοντα. Μπορώ όμως να γράψω οπουδήποτε.

Ε: Ποια αναγνώσματα κουβαλάτε στις αποσκευές της ψυχής σας;

Α: Ίσως σας φανεί αστείο, αλλά εμένα το βιβλίο που με συγκλόνισε συθέμελα, ίσως λόγω και ηλικίας και συγκυρίων, ήταν στα 14 ο ΑΡΧΟΝΤΑΣ ΤΩΝ ΔΑΧΤΥΛΙΔΙΩΝ. Γλωσσολογικά καταρχάς, λογοτεχνικά εν συνεχεία και μυθοπλαστικά ήταν σαν έκρηξη μες στο μυαλό μου!

Ε: Εκτός από το μπαλέτο και τα βιβλία τι άλλο σας παθιάζει;

Α: Η Μουσική. Οποιαδήποτε. Από κλασσική μέχρι… metal. Δεν εμμένω στα είδη, εμμένω όμως στους καλλιτέχνες. Είναι σα να να χτίζω μία σχέση μαζί του, σα να γινόμαστε φίλοι μέσα απ’ αυτή τη διαδικασία. Ανάλογα την εποχή μού «μιλάει» κάποιος καλλιτέχνης, μέχρι να με γεμίσει και μετά να πάω παρακάτω.

Ε: Ετοιμάζετε κάποιο καινούριο βιβλίο;

Α: Πάντα ετοιμάζω κάποιο καινούριο βιβλίο! (Γελάει)

Ε: Το αναμένουμε, λοιπόν. Φτάνοντας στο τέλος της συνέντευξης, θα θέλατε να απευθύνετε κάποιο μήνυμα στους αναγνώστες μας;

Α: Να χαίρονται τη λογοτεχνία. Να χαίρονται τα βιβλία, να μαθαίνουν πάντα καινούριους τρόπους και νέα είδη. Να διαβάζουν για να μη χαθεί το μυθιστόρημα. Όλοι αγαπάμε τα νέα μέσα-σινεμά, το ΙΝΤΕΡΝΕΤ, την τηλεόραση, αλλά ας μη χαθεί το μυθιστόρημα. Να το αγκαλιάζουν ακόμα.

Σας ευχαριστώ θερμά για την υπεροχή συζήτηση που είχαμε και να σας ευχηθώ μια συνέχεια γεμάτη έμπνευση κι επιτυχία.

Τη συνέντευξη οργάνωσε και επιμελήθηκε η Δέδε Ελισσάβετ.


Το Bookia ευχαριστεί τη Λίλλυ Σπαντιδάκη για το ενδιαφέρον της να συνομιλήσει με την Έλλη Δέδε και της εύχεται το πρώτο της βιβλίο, «Χωρίς Σκηνή», να έχει μία επιτυχημένη πορεία. Ειδικές ευχαριστίες στην Έλλη, που με τον ενθουσιασμό, τις γνώσεις της και την αγάπη της για τη λογοτεχνία, στηρίζει το Bookia και εμπνέει όσους τη συναντούν.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s